Εκτύπωση

 

Στο Eurogroup της Δευτέρας 20 Φεβρουαρίου 2017 υπήρξε μια ενδιάμεση πολιτική συμφωνία, ένα είδος πολιτικού moratorium, δεδομένων αφενός των πολιτικών αναταράξεων που εντείνονται στο εσωτερικό της Ελλάδας, αλλά και, κυρίως, στη Γερμανία και στα λοιπά μέλη, όπου έπονται εθνικές εκλογές. Σε πολλά θυμίζει την ενδιάμεση συμφωνία του Φεβρουαρίου του 2015, η οποία σήμανε την απαρχή της διάψευσης των προσδοκιών από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

 

Το βράδυ της περασμένης Δευτέρας, οι εταίροι του Eurogroup ανακοίνωσαν ουσιαστικά τα αυτονόητα, προκειμένου να επιστρέψουν οι θεσμοί στην Αθήνα και να ξεκινήσει το πραγματικό παζάρι για την εξειδίκευση των πρόσθετων μέτρων. Από την άλλη, η συζήτηση για το χρέος, η συμμετοχή των ελληνικών τραπεζών στην «ποσοτική χαλάρωση» και η έξοδος της Ελλάδας στις αγορές αναβάλλεται για το απώτερο μέλλον.

Η Ελληνική Κυβέρνηση, κατά τη συνηθισμένη τακτική της, λεοντάριζε εδώ και καιρό, απευθυνόμενη κυρίως στο εσωτερικό... ότι δεν συζητά προκαταβολική ψήφιση των νέων μέτρων παρά μόνο αν δεν επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι. Στην πορεία όμως, όπως δυστυχώς αναμένονταν, αφού δέχθηκε την επέκταση του στόχου πρωτογενούς πλεονάσματος στο υπερβολικό 3,5% επί του ΑΕΠ (σημειώστε, εν μέσω περιόδου που υποτίθεται ότι αναμένουμε αύξηση του ΑΕΠ), προχώρησε στον ευτελισμό της Ελληνικής Δημοκρατίας. Δέχθηκε να ψηφίσει από τώρα τα μέτρα που θα επιβληθούν στην κατεύθυνση της μείωσης του αφορολόγητου, της περικοπής των συντάξεων, της απελευθέρωσης των ομαδικών απολύσεων, αμέσως μετά από την εξειδίκευσή τους στο πλαίσιο της εξελισσόμενης αξιολόγησης και την τελική συμφωνία. Θα εφαρμοστούν από τα τέλη του 2018 / αρχές του 2019, πλήττοντας περαιτέρω τα φτωχά νοικοκυριά, τους άνεργους και τους συνταξιούχους.

Την ίδια βεβαίως στιγμή, η κυβέρνηση επιμένει στο σύνθημα «ούτε ένα ευρώ περισσότερη λιτότητα»,προκαλώντας τα λαϊκά στρώματα και τους παραγωγούς που βρίσκονται στο χείλος της καταστροφής ή μάλλον ήδη πέρα από αυτό. Προφανώς, με αυτήν τη χυδαία προπαγάνδα για ευνόητους λόγους εσωτερικής κατανάλωσης, επιδιώκει να διατηρήσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφεία ενόψει της ψήφισης αυτών που τελικώς θα αποδεχτεί. Η αλήθεια είναι όμως πολύ διαφορετική: όχι μόνο δέχθηκε να ψηφίσει από τώρα τις πρόσθετες επιβαρύνσεις των λαϊκών στρωμάτων, αλλά τα λεγόμενα αντίμετρα, αν επιτευχθεί πλεόνασμα 3,5%, θα αφορούν σε φοροελαφρύνσεις περιφερειακού ή και ταξικού χαρακτήρα, επιτείνοντας ακόμη περισσότερο τη σχετική ανισότητα! Άλλωστε, τα όποια αντίμετρα θα τελούν υπό την έγκριση των «θεσμών». Η επιστολή του κου Τσακαλώτου από τα τέλη Δεκέμβρη 2016 δεν αφήνει καμία αμφιβολία: «... αναγνωρίζω ότι μέτρα με δημοσιονομικές επιπτώσεις πρέπει να συζητούνται και να συμφωνούνται με τους θεσμούς, στο πλαίσιο των δεσμεύσεών μας από το Μνημόνιο...»

 

Με δεδομένη αυτήν την αναμενόμενη εξέλιξη, η Σοσιαλιστική Προοπτική εμμένει στην πολιτική που εγκαινίασε πρόσφατα απέναντι στο εγχώριο και ευρωπαϊκό κατεστημένο: Η πραγματική εναλλακτική λύση πρέπει και μπορεί να δοθεί μόνο από τον κυρίαρχο ελληνικό λαό. Τα κόμματα που εκπροσωπούνται στο Ελληνικό Κοινοβούλιο δεν νομιμοποιούνται για καμία άλλη επιλογή. Έχουν μια τελευταία υποχρέωση, πριν οδηγηθούν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας μας: να διευκολύνουν τις δημοκρατικές διεργασίας και να οδηγήσουν τη χώρα σε εθνικές εκλογές και / ή δημοψήφισμα όπου το πραγματικό δίλημμα είναι συγκεκριμένο και απλό: Συνολική Ρήξη και Προοδευτική Αλλαγή ή Ενδοτισμός και Ξεπούλημα της Χώρας και του Λαού» (βλέπε Δελτίο Τύπου από 6/2/2017, http://sosialistiki-prooptiki.gr/611-2017-02-06-13-19-57